Νεύρα στην Άγκυρα, «ναυάγιο» Τσαβούσογλου για τα F-16 – «Κόκκινο πανί» ο Μενέντεζ

Εκνευρισμό στην Άγκυρα προκαλεί η άκαρπη, όπως εξελίχθηκε, συνάντηση που είχε χθες στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ ο υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, με τον Αμερικανό ομόλογό του, Άντονι Μπλίνκεν. 

Όπως τουλάχιστον φάνηκε από τις επίσημες τοποθετήσεις μετά τη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Τουρκίας και ΗΠΑ, πρόοδος ή συγκεκριμένη δέσμευση για την πώληση των αμερικανικών μαχητικών F-16 στην Άγκυρα, δεν υπήρξε.

Έτσι, ο Τσαβούσογλου «αναλώθηκε» σε… γκρίνιες προς τις ΗΠΑ, ζητώντας να τηρούν πολιτική ίσων αποστάσεων ανάμεσα σε Άγκυρα και Αθήνα -στη «σκιά» των πληροφοριών που θέλουν την κυβέρνηση Μπάιντεν να προτίθεται να πουλήσει F-35 στη χώρα μας.

Σε δηλώσεις του μετά τη συνάντηση, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας επιχείρησε να αποσυνδέσει το ζήτημα του τουρκικού «βέτο» στην ένταξη Φινλανδίας και Σουηδίας στο ΝΑΤΟ από την υπόθεση των F-16. Ανέφερε σχετικά:

«Όλοι δηλώνουν πως η επιτάχυνση της διαδικασίας της ένταξης της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ θα έχει θετικές επιπτώσεις στο Κογκρέσο στο ζήτημα των F-16 κι ας μην έχουν καμία σχέση τα θέματα αυτά… Kι εμείς λέμε πως αυτά τα δύο θέματα δεν θα πρέπει να συνδέονται μεταξύ τους».

Δεν υπάρχει «καμία σχέση» μεταξύ της απόφασης των ΗΠΑ για πιθανή πώληση μαχητικών αεροσκαφών F-16 στην Τουρκία και των αιτήσεων ένταξης στο ΝΑΤΟ της Σουηδίας και της Φινλανδίας, δήλωσε από την πλευρά του, σήμερα, και ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα, Τζεφ Φλέικ.

Ο Τσαβούσογλου, δε, δεν έκρυψε ότι ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μπομπ Μενέντεζ αποτελεί «κόκκινο πανί» για την Άγκυρα.

«Τώρα ακούγεται μόνο η φωνή του Μενέντεζ, αλλά ίσως ακουστούν κι άλλες φωνές. Αν η διοίκηση των ΗΠΑ δείξει αποφασιστικότητα στις προσπάθειες παρεμπόδισης της πώλησης, το ζήτημα θα λυθεί. Η διοίκηση μην ρίχνει τις ευθύνες στο Κογκρέσο ή κάπου αλλού. Όπως δεν δεχόμαστε να μας δέσουν χειροπόδαρα και δεν γίνονται δουλειές με τη λογική πως ”με την πώληση των F-16 και τον εκσυγχρονισμό τους θα κάνουμε στην Τουρκία ό,τι θέλουμε”. Και εχθροί και φίλοι είδαν πως τα πράγματα δεν λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο» ανέφερε.

Όσον αφορά στη συνάντηση, αρχικά βγήκε μία ανακοίνωση για τον κοινό στρατηγικό μηχανισμό μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας, όπου θίγεται- μεταξύ άλλων- το ζήτημα των ελληνοτουρκικών και πιο συγκεκριμένα, η σημασία της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και της διατήρησης των διαύλων επικοινωνίας. Αυτή είναι άλλωστε, η γλώσσα που χρησιμοποιεί το Στέιτ Ντιπάρτμεντ όταν αναφέρεται στα ελληνοτουρκικά, αποφεύγοντας να κάνει λόγο για απειλές ή υπερπτήσεις.

Επίσης, ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου τόνισε, αναφερόμενος στα F-16, πως η Άγκυρα δεν έλαβε κάποια ημερομηνία από την Ουάσινγκτον. «Νομίζω η διαδικασία θα λειτουργήσει μέσα στα δικά τους πλαίσια και διαδικασίες. Δεν μας έδωσαν ημερομηνία για την επίσημη ανακοίνωση.

Δεν μας είπαν επίσης, πώς θα γίνει με τον Μενέντεζ. Η αλήθεια είναι ότι κι εμείς δεν τους ρωτήσαμε πώς θα περάσουν τα εμπόδια του Μενέντεζ. Ως αποτέλεσμα, είναι γνωστό πώς λειτουργεί το Κογκρέσο και η διοίκηση», αν και αξίζει να σημειωθεί πως η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει ταχθεί υπέρ της πώλησης των F-16 στην Τουρκία, παράλληλα με την πώληση μαχητικών αεροσκαφών F-35 στην Ελλάδα.

Δίχως να εγκαταλείψει την εμπρηστική ρητορική των Τούρκων, ο Τσαβούσογλου δήλωσε, αναφερόμενος στην Ελλάδα: «Είπαμε στις ΗΠΑ ότι η ισορροπία στις σχέσεις Τουρκίας-Ελλάδας έχει επιδεινωθεί υπέρ τους. Ήραν τις κυρώσεις κατά της ελληνοκυπριακής διοίκησης. Βλέπουμε ότι η ισορροπία Τουρκίας-Ελλάδας έχει επιδεινωθεί στην πράξη.

Δεν αναφέρομαι μόνο στη διαδικασία αγοράς των F-16. Η Ελλάδα στρατιωτικοποιεί τα νησιά με αμερικανικά όπλα και οι ΗΠΑ δεν λένε τίποτα. Δεν έχουμε δει καμία δήλωση από τις ΗΠΑ. Λέμε ότι οι ΗΠΑ πρέπει να είναι ισορροπημένες σε αυτές τις σχέσεις».

«Διατηρούμε αυτή την ισορροπία» ήταν η απάντηση Μπλίνκεν.

Από την πλευρά τους, διπλωματικές πηγές στην Αθήνα σχολιάζοντας τα περί αποστρατικοποίησης των νησιών και προκλητικών ενεργειών εκ μέρους της Ελλάδας ήταν ιδιαίτερα δηκτικές τονίζοντας ότι η Τουρκία είναι που συστηματικά προκαλεί και χρησιμοποιεί ανοιχτά την απειλή πολέμου.

«Οι πρόσφατες αναφορές Τούρκων αξιωματούχων περί αποστρατικοποίησης ελληνικών νησιών αποτελούν μια επανάληψη των τουρκικών έωλων αιτιάσεων τις οποίες η Ελλάδα έχει επανειλημμένα απορρίψει στο σύνολό τους με σειρά από τεκμηριωμένα επιχειρήματα, τα οποία περιέχονται και στις σχετικές επιστολές που έχουν αποσταλεί στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ».

«Είμαστε μια χώρα με αυτοπεποίθηση, αλλά είδαμε επίσης, την εκστρατεία της Ελλάδας για την αγορά των F-35 από την Τουρκία.

Είδαμε ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να ενεργούν με πιο ισορροπημένο τρόπο. Δώσαμε επίσης, παραδείγματα των προκλήσεων της Ελλάδας» προέταξε ο Τσαβούσογλου ο οποίος δεν είχε κρύψει την αισιοδοξία του- πριν από τη συνάντηση με τον Μπλίνκεν- ότι η Ουάσινγκτον θα εγκρίνει την πώληση F-16 στην Άγκυρα, επικαλούμενος τα «κοινά στρατηγικά συμφέροντα» ΗΠΑ και Τουρκίας.

Να σημειωθεί ότι, όπως μεταδίδουν τα ξένα μέσα, είναι η πρώτη φορά τα τελευταία δύο χρόνια που ανώτατος Τούρκος αξιωματούχος επισκέπτεται την Ουάσινγκτον, καθώς από τότε που ανέλαβε ο Τζο Μπάιντεν, δεν υπήρχε από τις δύο πλευρές διάθεση για συνομιλίες σε τέτοιο επίπεδο.

Για αυτό, ενδιαφέρον είχαν και οι κοινές δηλώσεις των δύο υπουργών, με τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου να παραπονιέται- για ακόμη μία φορά- ότι οι ΗΠΑ έχουν αποκλίνει τα τελευταία χρόνια από την πολιτική των ίσων αποστάσεων, αν και το τελευταίο διάστημα φαίνεται πως αυτό έχει αλλάξει.

Από την πλευρά των ΗΠΑ, το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε σε άλλα ζητήματα όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, η Συρία και η ένταξη Φινλανδίας-Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει πολιτική βούληση ακόμα για την πώληση των F-16, ενώ επισημάνθηκε πως προτεραιότητα έχει να ενταχθούν η Σουηδία και η Φιλανδία στο ΝΑΤΟ το επόμενο διάστημα, καθώς και να διασφαλίσουν οι Αμερικανοί ότι δεν θα γίνει κάποια εισβολή στην Συρία.

Συγκεκριμένα, από την πλευρά του, ο Άντονι Μπλίνκεν δήλωσε ότι «οι ΗΠΑ εκτιμούν τη συμβολή της Τουρκίας στον διάδρομο των σιτηρών» στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας για την αποφυγή της επισιτιστικής κρίσης, χωρίς να γίνει καμιά αναφορά στο θέμα των μαχητικών αεροσκαφών, όπως προκύπτει και από την ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.